17 Αυγ 2026

Εκείνο το μεσημέρι είχα κοιμηθεί. Θα έκανα μερικές συνεδρίες το απόγευμα και μετά θα ερχόμουν στο νοσοκομείο να περάσω τη νύχτα μαζί σου. Όσο κοιμόμουν, με είχε καλέσει ο Νίκος. Όταν ξύπνησα, μου εξήγησε πώς πέθανες μέσα στα αίματα, στα χέρια της Βάσως και μου είπε να το πω όσο πιο μαλακά μπορούσα στη μαμά. Κατέβηκα και της είπα να καθίσει. Κατάλαβε αμέσως. Εκείνη έτρεξε στο νοσοκομείο κι εγώ έκανα κανονικά τις συνεδρίες μου.

Θυμάμαι ότι ένιωθα σχεδόν ανακουφισμένη. Λες και κυνηγούσα τόσες μέρες ένα τρένο που όλο και ξεμάκραινε και τώρα ήξερα πια πως είχε φύγει. Δεν υπήρχε πλέον λόγος να συνεχίσω το τρεχαλητό με κομμένη την ανάσα. Μα κυρίως, επιτρεπόταν επιτέλους να ξεκουραστείς εσύ. Γιατί το τέλος σου έμοιαζε μαρτύριο.

Σιγά σιγά, όταν μπορούσα να αντέξω περισσότερο, άρχισαν να αναδύονται οι εικόνες των τελευταίων ημερών. Να σε βλέπω να με εκλιπαρείς για νερό και φαγητό και να προσπαθείς να απαλλαγείς από την μάσκα. Σε ποιον αξίζει να ζει έτσι; Αυτές οι εικόνες έρχονται ακόμη, αλλά σε κύματα όλο και πιο αραιά. Κάποτε φοβόμουν μήπως τα θυμάσαι και πονάς εκεί που βρίσκεσαι.  Με ανακουφίζει να σκέφτομαι ότι πέρασαν. Η δική σου ταλαιπωρία έχει πια τελειώσει.

Η δική μου δουλειά είναι να μάθω να ζω χωρίς εσένα. Χωρίς να είμαι η κόρη σου με τον τρόπο που ήμουν όσο ζούσες. Χωρίς να μπορώ να σε συμβουλευτώ όσο ήσουνα καλά ή να λύνουμε σταυρόλεξα παρέα, να έρθω να σε χαιρετήσω στο αναπηρικό κρεβάτι σου ή να ενοχλούμαι από την τηλεόραση που έβαζες τόσο δυνατά για να ακούς πολιτικά ή αθλητικά, στο αμαξίδιο στο σαλόνι. Μου λείπουν ακόμη και αυτά που με ενοχλούσαν.

Δεν θρήνησα ποτέ θεαματικά. Δεν εξέφρασα, τουλάχιστον ακόμη, τα συναισθήματά μου έντονα, ακόμη κι όταν είναι επώδυνα πολύ. Η δουλειά, οι φίλοι, τα χόμπι, η ψυχοθεραπεία, οι άνθρωποί μου έγιναν ένα δίχτυ ασφαλείας για να μη βουλιάξω. Πένθησα κυρίως μέσα από τη δράση: έγραψα για σένα άρθρα, διάβασα βιβλία για το πένθος, συμμετείχα σε εκθέσεις φωτογραφίας με τα έργα μου αφιέρωμα σ’ εσένα. Θυμηθήκαμε τα τρία σου παιδιά τα ρητά σου και τα κατέγραψα, σαν να φοβόμουν μήπως ξεχαστούν, μην πάει χαμένη η σοφία σου. Τον χειμώνα πήρα και φοράω ρούχα σου, τα πουκάμισα, τις κάλτσες, το γιλέκο σου.

Ως οικογένεια, ο καθένας πένθησε με τον δικό του τρόπο. Λίγο όμως αφότου πέθανες πήγαμε όλοι μαζί μια εκδρομή, έτσι όπως σου άρεσε με το αυτοκίνητο, σα να κάναμε αυτά που εσύ τόσο καιρό τα λαχταρούσες και δεν μπορούσες πια. Μπήκαμε στη θάλασσα σαν να χρειαζόταν να ξεπλυθούμε από τη θλίψη.

Τα Χριστούγεννα που γιόρταζες, φοβήθηκα θα καταρρεύσω. Μου βγήκε απίστευτος θυμός. Όταν έκλεισε χρόνος από το θάνατό σου έκανα κι ένα μνημόσυνο όπως νομίζω θα σου άρεσε: ένα φαγητό με τους καλούς μου φίλους, την οικογένεια δηλαδή που έφτιαξα εγώ. Ποτέ δεν πίστευες ιδιαίτερα στα τελετουργικά της Εκκλησίας. Θα χαιρόσουνα όμως να μας δεις όλους μαζί, χαρούμενους, να σε θυμόμαστε.

Ακόμη αναρωτιέμαι κάποιες φορές πού βρίσκομαι στο πένθος μου, σα να ‘χω χαθεί σε δαιδαλώδη πόλη. Αναρωτιέμαι αν εκφράζομαι αρκετά. Αν σε θρηνώ πολύ ή λίγο. Μήπως υπερβάλλω ή αν λέω συνέχεια τα ίδια και τα ίδια. Προσπαθώ να παρατηρώ τον εαυτό μου χωρίς και να με κρίνω. Όταν μένω μόνη αντικρίζω το σκοτάδι, αλλά σα να προσέχω. Έχω το νου μου μην με καταπιεί. Εμπιστεύομαι ο οργανισμός μου ξέρει, ακόμη κι αν εγώ δεν ξέρω τι μου γίνεται. Και σε άρνηση να είμαι, σκέφτομαι, μάλλον μέχρι εκεί μπορώ στο τώρα.

Τα βιβλία λένε ο πόνος της απώλειας είναι αντίστοιχος με την αγάπη, την εκτίμηση, το θαυμασμό που είχαμε γι’ αυτόν που πέθανε. Μέσα σε αυτόν τον χρόνο όμως δεν υπήρξε μόνο θλίψη. Υπήρξε ανακούφιση που ξεκουράστηκες γιατί τον τελευταίο χρόνο είχες πια αποκάμει. Υπήρξε και θυμός για εκείνον που δεν σε άφησε να πεθάνεις ήσυχος στο κρεβάτι σου, στο σπίτι σου, με την μαμά στο πλάι. Θυμός και για όσους ήρθαν στην κηδεία αλλά δεν πατούσαν να σε δουν όσο ήσουν ζωντανός κι ας ήθελες παρέα.

Και μαζί με τον θυμό, τεράστια ευγνωμοσύνη. Που είχα εσένα για πατέρα. Γιατί ένα μεγάλο μέρος αυτού που είμαι σήμερα το οφείλω στο ότι σε είχα στη ζωή μου.

Στην αρχή έλεγα συνέχεια «έχασα τον μπαμπά μου». Μια φίλη όμως με διόρθωσε «ο μπαμπάς μου πέθανε». Γιατί δική σου ήταν η ζωή. Σιγά σιγά συνειδητοποίησα πως δεν θρηνώ που πέθανες. Νιώθω αδικία περισσότερο γι’ αυτά που πέρασες. Για τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια και, κυρίως, για τις τελευταίες μέρες.

Γιατί αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που σ’ έχασα.

Η πρώτη απώλεια είχε έρθει τόσα χρόνια πριν, με το εγκεφαλικό. Στην αρχή υπήρχε ελπίδα, φόβος, σύγχυση. Ήθελα να πιστεύω ότι όλα θα επανέρχονταν. Κάποιες φορές νόμιζα ότι σε έβλεπα στον δρόμο, σαν να κυκλοφορούσες ακόμη γύρω από το σπίτι όπως πριν.

Για μένα το εγκεφαλικό ήταν η απώλεια του πιο σταθερού, πιο δυνατού στηρίγματος. Για σένα ήταν η απώλεια της ανεξαρτησίας σου και ποιος ξέρει πόσα άλλα.

Μέσα σε εκείνη την απώλεια αναγκαστήκαμε να ξανασυστηθούμε. Τις αργές, ατελείωτες ώρες στα νοσοκομεία γνώρισα ξανά εσένα και τη μαμά. Κατάλαβα ξαφνικά ποιοι ήταν οι γονείς μου και, κυρίως, ότι δεν ήτανε καθόλου άτρωτοι. Εγώ, ίσως έγινα για πρώτη μου φορά ενήλικη.

Πολλές φορές μέσα σε αυτά τα δεκαπέντε χρόνια είχα ευχηθεί να είχες πεθάνει εκείνη τη νύχτα του εγκεφαλικού. Σκεφτόμουν ότι ίσως να ήταν ευκολότερο για όλους. Αν είχε συμβεί όμως, θα είχανε χαθεί και όλα τα μαθήματα. Κι ένα από αυτά ήταν να μην αφήνω πράγματα ανείπωτα. Γιατί εσύ, δεν μπορούσες πια να μιλήσεις. Ούτε και να κουνηθείς. Έμαθα επίσης πόσο απρόβλεπτη είναι η ζωή και πόσο εύθραυστο το σώμα μας. Τίποτα δεν ήταν πια αυτονόητο. Μέσα σε αυτή την υπαρξιακή κρίση δύο ήτανε τα δώρα σου για μένα: να αποδεχτώ πως η ζωή γίνεται καμιά φορά παράλογη και άδικη και συγχρόνως να αναγνωρίσω πως είναι πολύ -πολύ πολύτιμη η κάθε της στιγμή.

Δεν αισθάνομαι ότι έμειναν εκκρεμότητες ανάμεσά μας. Το είχα σκεφτεί πολλές φορές αυτά τα χρόνια να μην αφήσω κάτι που κάποτε θα ήθελα να σου είχα πει ή να είχα κάνει. Και είμαι εντάξει με αυτό. Μου φτάνει που στο τέλος φίλησα το παγωμένο μέτωπό σου πριν κατεβάσουνε το φέρετρο βαθιά μέσα στη γη.

Δεν ένιωσα ενοχή επειδή έφυγα από κοντά σου για να ζήσω αλλού. Ίσα ίσα. Πάντα θεωρούσα ότι ήσουν περήφανος για μένα που πήρα τη ζωή στα χέρια μου. Έτσι μας είχες μεγαλώσει άλλωστε, να τολμάμε να χτίσουμε τη ζωή που θέλουμε, να μη φοβόμαστε και να μην έχουμε βαρίδια.

Έναν χρόνο κι έναν μήνα μετά, το πένθος είναι σαν μια ξεχωριστή οντότητα που με ακολουθεί. Κάποιες φορές είναι σχεδόν αόρατο, ίσα που αχνοφαίνεται και κάποιες άλλες η παρουσία του βαραίνει. Δεν βάλθηκα ποτέ μου να το διώξω. Ούτε να του υποδείξω πώς θα έπρεπε να είναι. Δεν έχω καταφέρει όμως να το πάρω ακόμη αγκαλιά κι ας έρχεται παντού παρέα.

Η επίδρασή σου επάνω μου ήταν τόσο μεγάλη που δεν γίνεται να σβήσει η παρουσία σου. Ήσουν χαρισματικός και σοφός, ένας άνθρωπος ξεχωριστός. Νιώθω κάποιες φορές σαν ενήλικη ορφανή. Σα να χάθηκαν οι μισές μου ρίζες. Αλλά είμαι πλούσια από κληρονομιά. Σε μνημονεύω άλλωστε συνέχεια. Σε φίλους, σε ιστορίες, ακόμη και σε τόσους θεραπευόμενούς μου, κυρίως στους γονείς.

Ίσως αυτό είναι τελικά που αλλάζει με τον θάνατο. Όχι η σχέση, αλλά ο τρόπος που υπάρχει η σχέση. Δεν μπορώ να έρθω να σε βρω, να σε αγγίξω ή να σου ζητήσω μία γνώμη. Μπορώ όμως να φοράω ένα πουκάμισό σου, να επαναλαμβάνω μία φράση σου, να αφηγούμαι μια ιστορία σου, να αναγνωρίζω κάτι δικό σου μέσα μου.

Ένας χρόνος κι ένας μήνας που μαθαίνω να ζω χωρίς εσένα, μπαμπά. Και ταυτόχρονα ανακαλύπτω πόσα πολλά από εσένα εξακολουθούν να ζούνε μέσα μου.